Έτσι, στην παλιά ρύθμιση, δηλαδή στον Νόμο περί κτηματογράφησης και διαφήμισης ακινήτων υπ' αριθμ. 7/1996, προβλέπεται ρητά στο άρθ. 24, ότι:"Το Pρόμησε να συνάψει σύμβαση προπώλησης ακινήτου ή άλλα δικαιώματα σε σχέση με αυτό, και πράξεις σύνδεσης και απόσπασης ακινήτου που είναι εγγεγραμμένες στο Κτηματολογικό Γραφείο, κλείνει σε επικυρωμένη μορφή, με ποινή απόλυτης ακυρότητας».

Το άρθρο αυτό έχει καταργηθεί με τον Νόμο αριθ. 221/2013 για την έγκριση του έκτακτου διατάγματος της κυβέρνησης αριθ.

Κατά συνέπεια, η υπογραφή της σύμβασης προπώλησης ακίνητης περιουσίας σε αυθεντική μορφή είναι προαιρετική, αλλά, αφετέρου, αποτελεί υποχρεωτικό στοιχείο για την εγγραφή της σύμβασης προπώλησης στο Κτηματολόγιο.

Το πλεονέκτημα της εγγραφής στο Κτηματολόγιο μιας συμφωνίας προπώλησης αγοράς για τον αγοραστή υποσχέθηκε ως νόμιμη υποθήκη υπέρ του δεσμευτή, η προκαταβολή που καταβάλλεται στον δεσμευτή, πράγμα που σημαίνει ότι, εάν ο δεσμευτής δεν θέλει για την πώληση της ακίνητης περιουσίας και τη σύναψη της συμφωνίας, ο δεσμευτής αγοραστής έχει το δικαίωμα να παρακολουθεί και να αναγκάζει το περιουσιακό στοιχείο, προκειμένου να ανακτήσει την προκαταβολή.

Όμως, σε αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, η σύμβαση προπώλησης παραμένει εγγεγραμμένη στο Βιβλίο Κτηματολογίου μόνο για περίοδο 6 μηνών από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που έθεσαν τα μέρη για το κλείσιμο της συμφωνίας αγοράς, μετά την οποία η εγγραφή από το ομόσπονδο κράτος Το βιβλίο μπορεί να ακυρωθεί.

Η προθεσμία των 6 μηνών από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που έχουν οριστεί από τα μέρη για το κλείσιμο της συμφωνίας αγοράς είναι η περίοδος κατά την οποία ο δεσμευτής αγοραστής μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο να εκδώσει Απόφαση για την εκτέλεση της συμφωνίας, εφόσον όλες οι προϋποθέσεις εγκυρότητας πληρούνται, ο όρος αυτός είναι ένας όρος φθοράς. Μετά από 6 μήνες, προδιαγράφεται το δικαίωμα έναρξης αυτής της ενέργειας.